Μετάφραση του "round" σε Ελληνικά

Οι στρογγυλός, γύρος, κύκλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "round" σε Ελληνικά.

round adjective verb noun adverb adposition γραμματική

(rare in US) Alternative form of around. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρογγυλός

    adjective masculine

    circular or cylindrical

    It's not even round and its battered surface has the texture of a sponge.

    Δεν είναι καν στρογγυλός και η κτυπημένη επιφάνεια του έχει την υφή σφουγγαριού.

  • γύρος

    noun masculine

    φάση [..]

    That last round of freeze lightning, it sealed off a lot of the corridors.

    Ο τελευταίος γύρος από αστραπές πάγου, απέκλεισε αρκετούς διαδρόμους.

  • κύκλος

    noun masculine

    There's another round of questions, if you'd like to continue.

    Υπάρχει ένας ακόμα κύκλος ερωτήσεων, αν θέλετε να συνεχίσετε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κυκλικός
    • στρογγυλεμένος
    • γύρω
    • τριγύρω
    • στρίβω
    • από την αρχή ως το τέλος
    • σε όλη τη διάρκεια
    • σειρά
    • σφαίρα
    • βολή
    • στρογγυλοποιώ
    • παρτίδα
    • εκλεπτύνω
    • εξευγενίζω
    • περικυκλώ
    • προσβάλλω
    • γύρω από
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " round " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Round
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στρογγυλός

    Round and massive - in the middle of London.

    Στρογγυλός και μεγάλος, στο κέντρο του Λονδίνου.

Εικόνες με "round"

Φράσεις παρόμοιες με "round" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γύρος Κέννεντυ
  • Στρογγυλή Τράπεζα
  • στρογγυλοποίηση · στρογγύλωση
  • συμβιβάζομαι · συνέρχομαι
  • έρανος
  • καθημερινά καθήκοντα · καθημερινές ασχολίες · ρουτίνα
  • Νεογωβιός μελανόστομος
  • μαζεύω · στρογγυλοποιώ · συλλέγω · τσουβαλιάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "round" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη