Μετάφραση του "rousing" σε Ελληνικά

Το εξέγερση είναι η μετάφραση του "rousing" σε Ελληνικά.

rousing adjective noun verb γραμματική

That rouses or excites [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξέγερση

    noun

    " Massachusetts citizens roused to a fever pitch. "

    " Εξέγερση των πολιτών της Μασαχουσέτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rousing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rousing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφυπνίζω · διώχνω · εκβάλλω · εκδιώκω · εξεγείρω · κινούμαι · ξεσηκώνω · ξυπνώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rousing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη