Μετάφραση του "Route" σε Ελληνικά

Οι Διαδρομή, δρομολογώ, πορεία, δρόμος, δρομολόγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Route" σε Ελληνικά.

Route
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαδρομή, δρομολογώ, πορεία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Route " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

route verb noun γραμματική

A course or way which is traveled or passed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    Take the staircase on your left for the fastest route to Sarah.

    Οι σκάλες στ ́ αριστερά σου είναι ο συντομότερος δρόμος για τη Sarah.

  • δρομολόγιο

    Noun

    I know how much money you're going to be raking in from that new route, alone.

    Ξέρω πόσα λεφτά θα βγάλεις απ'αυτό το νέο δρομολόγιο, μόνο.

  • οδός

    noun feminine

    In general, only one route of administration is necessary and the oral route is the preferred route.

    Κατά κανόνα μόνο μία οδός χορήγησης είναι αναγκαία, κατά προτίμηση η στοματική οδός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαδρομή
    • πορεία
    • γραμμή
    • κατευθύνω
    • διευθύνω
    • δρομολογώ
    • διέξοδος
    • αποστέλλω

Εικόνες με "Route"

Φράσεις παρόμοιες με "Route" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Route" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη