Μετάφραση του "rushing" σε Ελληνικά

Οι βιά, βιασύνη, πρεμούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rushing" σε Ελληνικά.

rushing noun verb γραμματική

Present participle of rush . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιά

    noun
  • βιασύνη

    noun

    For a actor in a haunted house there is no bigger rush than getting a great scare.

    Για μια ηθοποιό σε ένα στοιχειωμένο σπίτι δεν υπάρχει μεγαλύτερη βιασύνη από το να πάρει μια μεγάλη φοβία.

  • πρεμούρα

    noun

    Well, I don't see why everybody's in such a big rush to tell her.

    Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί σας έπιασε όλους η πρεμούρα να της το πείτε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπουδή
    • φουλαριστός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rushing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rushing
+ Προσθήκη

"Rushing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rushing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "rushing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βιάζομαι · πάνω στη φόρα · στη βιασύνη μου
  • σπεύδω επιτόπου
  • ώρες αιχμής
  • ίλιγγος · βία · βιά · βιάζομαι · βιάζω · βιασύνη · βούρλο · εισβάλλω σε · επέρχομαι · επιπίπτω · εφορμώ · κάλαμος · κάνω γιουρούσι · καλάμι · κατεπείγων · ορμή · ορμώ · πιέζω · πρεμούρα · πυρετός · ρίχνομαι · σπεύδω · σπουδή · συνωστισμός · ταχύτητα · τρέξιμο · τρέχω · τρεχάλα · χυμώ
  • βιάζομαι να · διακομίζω σε · μεταφέρω επειγόντως σε · προστρέχω να, σε · προτρέχω να · σπεύδω να · τρέχω να
  • παίρνω πόδι
  • χαλιά
  • βεβιασμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rushing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη