Μετάφραση του "sailplane" σε Ελληνικά

Οι ανεμοπλάνο, ανεμόπτερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sailplane" σε Ελληνικά.

sailplane verb noun γραμματική

(aircraft) A glider that is optimised for soaring and is equipped with fixed wings and fuselage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεμοπλάνο

    noun neuter

    No person shall be allowed to smoke on board a sailplane or balloon.

    Δεν επιτρέπεται το κάπνισμα σε ανεμοπλάνο ή αερόστατο.

  • ανεμόπτερο

    noun neuter

    A sailplane overtaking another sailplane may alter its course to the right or to the left.

    Ανεμόπτερο που προσπερνά άλλο ανεμόπτερο μπορεί να αποκλίνει από την πορεία του προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sailplane " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sailplane"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sailplane" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη