Μετάφραση του "sakkos" σε Ελληνικά
Οι σάκκος, Αρχιερατικός σάκκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sakkos" σε Ελληνικά.
sakkos
noun
γραμματική
A richly decorated vestment worn by Orthodox bishops, instead of a priest's phelonion (chasuble in western church). [..]
-
σάκκος
vestment
-
Αρχιερατικός σάκκος
garment worn by Eatern Orthodox and Greek Catholic bishops
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sakkos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη