Μετάφραση του "salami" σε Ελληνικά
Οι σαλάμι, Σαλάμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salami" σε Ελληνικά.
salami
noun
γραμματική
A highly seasoned type of large sausage of Italian origin, typically made from chopped pork or beef and often garlic, and served in slices. [..]
-
σαλάμι
noun masculine neutersausage
The deli guy's gonna see what we did with the salami!
Αυτός με το ντελικατέσεν θα δει τι κάναμε με το σαλάμι του!
-
Σαλάμι
cured sausage, fermented and air-dried meat
The deli guy's gonna see what we did with the salami!
Αυτός με το ντελικατέσεν θα δει τι κάναμε με το σαλάμι του!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " salami " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "salami"
Φράσεις παρόμοιες με "salami" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου
-
Σαλαμίνα
-
Σαλαμίνα
-
Σαλαμίνα
-
Ναυμαχία της Σαλαμίνας
-
Ναύσταθμος Σαλαμίνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη