Μετάφραση του "satisfiability" σε Ελληνικά
Το ικανοποιησιμότητα είναι η μετάφραση του "satisfiability" σε Ελληνικά.
satisfiability
noun
γραμματική
(mathematics, of a proposition or formula) Able to be satisfied [..]
-
ικανοποιησιμότητα
ουσιαστικό θηλυκόδυνατότητα να ικανοποιηθεί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " satisfiability " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "satisfiability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτάρεσκος · αυτοϊκανοποιημένος · εφησυχασμένος
-
ικανοποιώ απαιτήσεις
-
ανταποκρίνομαι · εκπληρώνω · εξυπηρετώ · ευχαριστώ · ικανοποιώ · ικανοποιώ, πληρώ όρους · πραγματοποιώ · χορταίνω
-
ικανοποιητικός
-
ικανοποιημένος · πεπεισμένος
-
ικανοποιήσιμος
-
ικανοποιώ
-
ικανοποιημένος · πεπεισμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη