Μετάφραση του "save" σε Ελληνικά

Οι σώζω, αποθηκεύω, αποταμιεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "save" σε Ελληνικά.

save verb noun conjunction adposition γραμματική

Except; with the exception of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σώζω

    verb

    to help someone to survive, or rescue someone [..]

    Tom knew he couldn't save Mary.

    O Toμ το ήξερε, ότι δεν μπορούσε να σώσει τη Μαίρη.

  • αποθηκεύω

    verb

    To write data (typically a file) to a storage medium. [..]

  • αποταμιεύω

    verb

    to accumulate money

    It's expensive to rent, but I don't have anything to save for.

    Είναι ακριβό να νοικιάσω, και δεν έχω απο κάπου να αποταμιεύω χρήματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκτός
    • λυτρώνω
    • απόκρουση
    • οικονομώ
    • γλιτώνω
    • διασώζω
    • μαζεύω
    • κρατάω
    • γλυτώνω
    • διαφυλάσσω
    • αρχειοθετώ
    • αποθήκευση
    • απαλλάσσω
    • εξοικονομώ
    • φυλάγω
    • διατηρώ
    • διορθώνω
    • διασφαλίζω
    • εξασφαλίζω
    • βάζω στην άκρη
    • κάνω κομπόδεμα
    • κάνω οικονομία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " save " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Save

An item on the File menu that writes data (typically a file) to a storage medium.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποθήκευση

    An item on the File menu that writes data (typically a file) to a storage medium.

    Save all changes made to this connection information

    Αποθήκευση όλων των τροποποιήσεων που έγιναν σε αυτήν τη σύνδεση

  • Σώζω, αποθηκεύω

Φράσεις παρόμοιες με "save" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβαντάζ · αυτό που με σώζει · θεία χάρη · προτέρημα · σωστική χάρη · χάρη
  • κάνω οικονομία για να
  • σώζω τα προσχήματα
  • αποθήκευση αρχείου
  • Αποθηκευμένα έργα
  • Αποταμίευση · αποθηκεύοντας · αποταμίευση · αποταμιεύσεις · απόθεμα · διάσωση · εξοικονόμηση · οικονομία · οικονόμος · σωστικός · σωτήριος · σωτηρία · φειδώ
  • ανθρωποσωτήριος · διάσωσης · σωσίβιος · σωσίβιος -α -ο · σωστικός
  • απαλλάσσω κπ από · γλιτώνω κπ από
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "save" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη