Μετάφραση του "scale" σε Ελληνικά

Οι κλίμακα, λέπι, σκάλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scale" σε Ελληνικά.

scale verb noun γραμματική

An ordered numerical sequence used for measurement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλίμακα

    noun feminine

    ratio of distances [..]

    Space and time on this epic scale mean that mirror images would look nothing like one another.

    Το διάστημα και ο χρόνος σ'αυτήν την επική κλίμακα σημαίνει πως οι καθρεπτισμοί δεν θα έμοιαζαν μεταξύ τους.

  • λέπι

    noun neuter

    keratin pieces covering the skin of certain animals

    Specifically carp scale, native to only turkey, syria and iran.

    Συγκεκριμένα λέπι κυπρίνου, βρίσκεται μόνο σε Τουρκία, Συρία και Ιράν.

  • σκάλα

    noun feminine

    And tell him we already gave his bathroom scale away.

    Και να του πείτε ότι ήδη δώσαμε την σκάλα του μπάνιου του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζυγαριά
    • μέγεθος
    • έκταση
    • φολίδα
    • ζυγός
    • απολεπίζω
    • κλιμακα,ζυγαρια
    • Κλίμακα
    • αναλογία
    • σκαρφαλώνω
    • αναρριχώμαι
    • άβακας
    • ξεπερνώ
    • ζυγίζω
    • Κλίμακα χάρτη
    • ανέρχομαι με σκάλα
    • κλίμακα χάρτη
    • μουσική κλίμακα
    • πλάστιγγα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Scale
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλίμακα, διαβάθμιση

Εικόνες με "scale"

Φράσεις παρόμοιες με "scale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη