Μετάφραση του "scaled" σε Ελληνικά
Το κλιμακούμενος είναι η μετάφραση του "scaled" σε Ελληνικά.
scaled
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of scale. [..]
-
κλιμακούμενος
It is therefore impossible to tax that income according to a progressive scale.
Ως εκ τούτου, θα ήταν αδύνατο να επιβληθεί σε αυτά τα εισοδήματα κλιμακούμενος φόρος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scaled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "scaled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαθμολογική κλίμακα · κλίμακα διαβάθμισης
-
άβακας · έκταση · ανέρχομαι με σκάλα · αναλογία · αναρριχώμαι · απολεπίζω · ζυγίζω · ζυγαριά · ζυγός · κλίμακα · κλίμακα χάρτη · λέπι · μέγεθος · μουσική κλίμακα · ξεπερνώ · πλάστιγγα · σκάλα · σκαρφαλώνω · φολίδα
-
λογαριθμική κλίμακα συχνότητας
-
Περίβλημα κλίμακας τσιπ
-
Ολοκλήρωση μέσης κλίμακας
-
Γεωλογικός χρόνος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη