Μετάφραση του "scission" σε Ελληνικά

Οι σχίσιμο, τομή, διατομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scission" σε Ελληνικά.

scission noun γραμματική

the act of division, separation, cutting or severing [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχίσιμο

    noun neuter
  • τομή

    noun feminine
  • διατομή

    noun
  • τμήση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scission " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scission" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη