Μετάφραση του "scream" σε Ελληνικά

Οι ξεφωνητό, κραυγή, φωνάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scream" σε Ελληνικά.

scream Verb verb noun γραμματική

A loud, emphatic, exclamation of extreme emotion, usually horror, fear, excitement et cetera. Can be the exclamation of a word, but is usually a sustained, high-pitched vowel sound, particularly /æ/ or /i/, in any case, the loudest and most emphatic sound a human can make tends to be a scream. The term is not generally applied to sounds made by non-humans. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεφωνητό

    noun neuter

    loud exclamation

    Is your home free of “wrath and screaming and abusive speech”?

    Είναι το σπίτι σας απαλλαγμένο από «οργή και ξεφωνητό και υβριστικά λόγια»;

  • κραυγή

    noun feminine

    loud exclamation

    Claude, turn the scream for a cycle of twenty.

    Claude, γυρίσε την κραυγή απο έναν κύκλο σε είκοσι.

  • φωνάζω

    verb

    to make the sound of a scream

    And screaming at my sister, although she's unimportant to me.

    Και φωνάζω στην αδελφή μου, ενώ δεν μ'ενδιαφέρει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουρλιάζω
    • κραυγάζω
    • στριγγλίζω
    • στριγκλιά
    • κράζω
    • τσιρίδα
    • στριγγλιά
    • τσίριγμα
    • σκούζω
    • φωνασκώ
    • ωρύομαι
    • τσιρίζω
    • ξεφωνίζω
    • βάζω τις φωνές
    • σκληρίζω
    • στριγγλάω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scream " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Scream
+ Προσθήκη

"Scream" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Scream στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "scream"

Φράσεις παρόμοιες με "scream" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scream" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη