Μετάφραση του "screaming" σε Ελληνικά
Οι βοών, βοώσα, εξόφθαλμος, κραυγαλέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "screaming" σε Ελληνικά.
screaming
adjective
verb
noun
γραμματική
Present participle of scream. [..]
-
βοών, βοώσα
6β. η βοώσα έλλειψη: Που φαίνεται ευδιάκριτα, που φαίνεται αμέσως (ΣΥΝ πασιφανής, που κάνει μπαμ) - Χρήσεις: Όλοι μπορούν να αντιληφθούν τη βοώσα έλλειψη σοβαρότητας σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα [ΜΗΛΝΕΓ]
-
εξόφθαλμος
-
κραυγαλέος
I thought you were a scream.
Ναι, νόμιζα πως ήσουν κραυγαλέος!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " screaming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Screaming
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Screaming" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Screaming στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "screaming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεφωνίζω
-
κακήν κακώς · με τα χίλια ζόρια
-
σύρομαι κακήν κακώς
-
γκαρίζω · ουρλιάζω · πατάω τις φωνές
-
κάνει κρα ότι
-
φωνάζουμε και τσιρίζουμε
-
κακήν κακώς
-
κάνει κρα ότι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη