Μετάφραση του "seeking" σε Ελληνικά

Το αναζήτηση είναι η μετάφραση του "seeking" σε Ελληνικά.

seeking adjective noun verb γραμματική

action of the verb to seek [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναζήτηση

    noun feminine

    Investors can therefore incur significant search costs when seeking out suitable opportunities.

    Κατά συνέπεια, οι επενδυτές μπορούν να αντιμετωπίσουν σημαντικές δαπάνες έρευνας κατά την αναζήτηση κατάλληλων ευκαιριών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seeking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Seeking
+ Προσθήκη

"Seeking" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Seeking στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "seeking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seeking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη