Μετάφραση του "select" σε Ελληνικά

Οι διαλέγω, εκλέγω, επιλέγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "select" σε Ελληνικά.

select adjective verb γραμματική

Privileged, specially selected. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαλέγω

    verb

    I'll leave you to do your work with the sample that we've selected.

    Σας αφήνω να κάνετε τη δουλειά σας με αυτούς που έχουμε διαλέξει.

  • εκλέγω

    verb

    (Es 2:8, 10) Esther was selected as queen in the seventh year of Ahasuerus’ reign.

    (Εσθ 2:8, 10) Εκλέχθηκε ως βασίλισσα το έβδομο έτος της βασιλείας του Ασσουήρη.

  • επιλέγω

    verb

    To mark text, cells, and similar items that will be subject to a user action, such as copying text.

    The proposer shall demonstrate in the risk evaluation that the selected risk acceptance principle is adequately applied.

    Ο προτείνων αποδεικνύει στην αξιολόγηση της επικινδυνότητας ότι εφαρμόσθηκε ορθά η αρχή αποδοχής της επικινδυνότητας που επελέγη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίλεκτος
    • εκλεκτός
    • αποκλειστικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " select " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Select noun γραμματική

(Should we delete (+) this sense?) A button (of a joystick, joypad or similar device) that, when pressed, activates any of certain predefined functions that usually, but not always, involve selecting something out of a list of items. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιλέγω

    Select the end point of the new segment

    Επιλέξτε το σημείο τέλους του νέου ευθύγραμμου τμήματος

Εικόνες με "select"

Φράσεις παρόμοιες με "select" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "select" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη