Μετάφραση του "self-help" σε Ελληνικά

Οι αυτοβοήθεια, αυτοβελτίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-help" σε Ελληνικά.

self-help noun γραμματική

the practice of bettering oneself without relying on the assistance of others. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοβοήθεια

    bettering oneself without relying on the assistance of others

    Our son has a very strange take on self-help.

    Ο γιος μας έχει περίεργες απόψεις για την αυτοβοήθεια.

  • αυτοβελτίωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " self-help " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "self-help" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "self-help" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη