Μετάφραση του "self-immolation" σε Ελληνικά
Οι Αυτοπυρπόληση, αυτοπυρπόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-immolation" σε Ελληνικά.
self-immolation
noun
γραμματική
The act of setting oneself on fire, especially as a form of protest [..]
-
Αυτοπυρπόληση
ritualistic and political suicide method
The light being, you know, suicide by self-immolation.
Με το φως να είναι μια αυτοκτονία με αυτοπυρπόληση.
-
αυτοπυρπόληση
femininesetting oneself on fire
The light being, you know, suicide by self-immolation.
Με το φως να είναι μια αυτοκτονία με αυτοπυρπόληση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " self-immolation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη