Μετάφραση του "self-possessed" σε Ελληνικά
Οι ψύχραιμος, ατάραχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-possessed" σε Ελληνικά.
self-possessed
adjective
γραμματική
in full control of one's faculties, and having a firm belief in one's abilities; confident, assured and poised [..]
-
ψύχραιμος
adjective masculine -
ατάραχος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " self-possessed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "self-possessed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αταραξία · αυτοέλεγχος · αυτοκυριαρχία · αυτοπειθαρχία · αυτοσυγκράτηση · ψυχραιμία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη