Μετάφραση του "self-possession" σε Ελληνικά
Οι αταραξία, αυτοέλεγχος, αυτοκυριαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "self-possession" σε Ελληνικά.
self-possession
noun
confidence in one's own powers [..]
-
αταραξία
noun -
αυτοέλεγχος
noun masculinehave good interpersonal skills and be diplomatic, courteous, good-humoured, self-possessed and discreet,
καλή σχεσιακή επαφή και διπλωματική ικανότητα, ευγένεια, αβρότητα, αυτοέλεγχος και εχεμύθεια,
-
αυτοκυριαρχία
nounAs you see, after 12 hours she is still quite self-possessed.
'Οπως βλέπεις, μετά από 12 ώρες, διατηρεί την αυτοκυριαρχία της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτοπειθαρχία
- αυτοσυγκράτηση
- ψυχραιμία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " self-possession " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "self-possession" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ατάραχος · ψύχραιμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη