Μετάφραση του "selfishly" σε Ελληνικά

Το ιδιοτελώς είναι η μετάφραση του "selfishly" σε Ελληνικά.

selfishly adverb γραμματική

In a selfish manner; with regard to private interest only or chiefly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοτελώς

    You knew that there's a special power concealed within it, and you tried exploiting it selfishly.

    Ήξερες ότι μέσα του κρύβεται μια μεγάλη δύναμη, και προσπάθησες να την εκμεταλλευτείς ιδιοτελώς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " selfishly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "selfishly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη