Μετάφραση του "selfless" σε Ελληνικά
Οι ανιδιοτελής, αφίλαυτος, αλτρουιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "selfless" σε Ελληνικά.
Having, exhibiting or motivated by no concern for oneself but for others; unselfish. [..]
-
ανιδιοτελής
adjective masculine, femininehaving, exhibiting or motivated by no concern for oneself; unselfish
But his achievements, his selfless work, and his dreams shine a light forward for all of us.
Αλλά τα επιτεύγματα, η ανιδιοτελής εργασία και τα όνειρά του μας δείχνουν τον δρόμο προς τα εμπρός.
-
αφίλαυτος
having, exhibiting or motivated by no concern for oneself; unselfish
I'm not being purely selfless.
Δεν γίνομαι πλήρως αφίλαυτος.
-
αλτρουιστής
noun masculinehaving, exhibiting or motivated by no concern for oneself; unselfish
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φιλάλληλος
- αφιλοκερδής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " selfless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Selfless" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Selfless στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "selfless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλτρουισμός · ανιδιοτέλεια