Μετάφραση του "selling" σε Ελληνικά
Οι πώληση, εμπορική συναλλαγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "selling" σε Ελληνικά.
selling
noun
verb
γραμματική
Present participle of sell. [..]
-
πώληση
noun feminineVictim is the priciest sell in this world.
Το θύμα είναι η ακριβότερη πώληση στον κόσμο.
-
εμπορική συναλλαγή
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " selling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Selling
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Selling" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Selling στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "selling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρνηση πώλησης
-
εξανδραποδίζω · πουλάω κπ (ως) δούλο
-
Μέση τιμή πώλησης
-
πείθω κπ για · ψήνω κπ να
-
Μοναδική Πρόταση Πώλησης
-
ενισχυτική πώληση
-
πώληση εξ αποστάσεως
-
πουλάω κπ ως πόρνη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη