Μετάφραση του "senescence" σε Ελληνικά

Οι γηρασμός, γήρας, γήρανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "senescence" σε Ελληνικά.

senescence noun γραμματική

(biology) The state or process of ageing, especially in humans; old age [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γηρασμός

    masculine

    cell biology: ceasing to divide by mitosis [..]

  • γήρας

    noun neuter

    gerontology: old age [..]

  • γήρανση

    in animals with no senescence at all — but we don't know.

    σε ζώα χωρίς καθόλου γήρανση — αλλά δεν γνωρίζουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " senescence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "senescence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "senescence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη