Μετάφραση του "sensitivity" σε Ελληνικά

Οι ευαισθησία, αισθητικότητα, αισθαντικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sensitivity" σε Ελληνικά.

sensitivity noun γραμματική

(statistics) The proportion of individuals in a population that will be correctly identified in a binary classification test. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευαισθησία

    noun feminine

    The degree of confidentiality of an e-mail message or calendar item, ranging from normal to confidential.

    It must be approached with masterful skill and sensitivity.

    Πρέπει να τις πλησιάζεις με εξαιρετική τέχνη και ευαισθησία.

  • αισθητικότητα

    Noun

    I'm losing sensitivity to hot and cold.

    Χάνω την αισθητικότητα σε ζεστό και κρύο.

  • αισθαντικότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sensitivity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sensitivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sensitivity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη