Μετάφραση του "sensitization" σε Ελληνικά
Το ευαισθητοποίηση είναι η μετάφραση του "sensitization" σε Ελληνικά.
sensitization
noun
γραμματική
The process of making something sensitive. [..]
-
ευαισθητοποίηση
noun feminineprocess of making something sensitive
The assay should be made not less than one month after sensitization.
Η δοκιμή εκτίμησης πρέπει να διενεργείται τουλάχιστον ένα μήνα μετά την ευαισθητοποίηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sensitization " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sensitization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευαίσθητο φυσικό τοπίο (καταφύγιο)
-
ευαισθησία τροφοδοσίας
-
ευαισθησία ευθυγράμμισης
-
ευαισθησία ανιχνευτή
-
Έλεγχος ευαισθησίας
-
FET ευαίσθητο στα ιόντα
-
Ηλεκτροστατικά ευαίσθητο εξάρτημα
-
ευαισθησία φορτίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη