Μετάφραση του "servant" σε Ελληνικά

Οι υπηρέτης, υπηρέτρια, ακόλουθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "servant" σε Ελληνικά.

servant verb noun γραμματική

One who serves another, providing help in some manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπηρέτης

    noun masculine

    one who serves another, providing help in some manner [..]

    You can't prove they did anything until the servant's body is found.

    Δεν μπορείς να αποδείξεις ότι έκαναν κάτι μέχρι να βρεθεί ο νεκρός υπηρέτης.

  • υπηρέτρια

    noun feminine

    We'll have a cook, a housemaid, but unfortunately the other servants are on leave.

    Έχουμε μάγειρα, υπηρέτρια, αλλά δυστυχώς οι άλλοι υπηρέτες είναι σε άδεια.

  • ακόλουθος

    noun

    In my capacity as duly appointed servant of His Majesty King George the First, I address you directly.

    Με την εξουσία μου ως νόμιμα διορισμένος ακόλουθος της Αυτού Μεγαλειότητος, Βασιλέως Γεωργίου του Α', σας απευθύνομαι άμεσα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπάλληλος
    • δούλος
    • διάκονος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " servant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "servant"

Φράσεις παρόμοιες με "servant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "servant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη