Μετάφραση του "settling" σε Ελληνικά

Το τακτοποίηση είναι η μετάφραση του "settling" σε Ελληνικά.

settling noun verb γραμματική

Present participle of settle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τακτοποίηση

    noun feminine

    His father and the funeral and settling the estate.

    Με τον πατέρα του και την κηδεία και την τακτοποίηση της περιουσίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " settling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "settling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "settling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη