Μετάφραση του "settling" σε Ελληνικά
Το τακτοποίηση είναι η μετάφραση του "settling" σε Ελληνικά.
settling
noun
verb
γραμματική
Present participle of settle. [..]
-
τακτοποίηση
noun feminineHis father and the funeral and settling the estate.
Με τον πατέρα του και την κηδεία και την τακτοποίηση της περιουσίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " settling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "settling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφού ηρεμήσουν τα πνεύματα
-
αφού ηρεμήσουν τα πνεύματα
-
επιλύνω διαφορές · ξεκαθαρίζω λογαριασμούς · παίρνω εκδίκηση
-
ξεκαθαρίζω λογαριασμούς · παίρνω το αίμα μου πίσω
-
λύνω ισοπαλία
-
δεξαμενή καθίζησης · δεξαμενή καθιζήσεως
-
χρόνος αποκατάστασης
-
τίποτα δεν έχει λήξει αν δεν λήξει σωστά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη