Μετάφραση του "settler" σε Ελληνικά

Οι έποικος, άποικος, διακανονιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "settler" σε Ελληνικά.

settler noun γραμματική

(UK) the person in a betting shop who calculates the winnings [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έποικος

    noun masculine m;f masculine;feminine

    someone who settles in a new location, especially one who makes a previously uninhabited place his home [..]

    And we can progress the peace process once again, and then if a settler in the territories will kill somebody, it will stop again.

    Και μπορούμε να προχωρήσουμε στην διαδικασία της ειρήνευσης ξανά, και μετά ένας έποικος στα κατεχόμενα θα σκοτώσει κάποιον, και πάλι θα σταματήσει.

  • άποικος

    noun masculine m;f masculine;feminine

    someone who settles in a new location, especially one who makes a previously uninhabited place his home [..]

    The settler who brought the body in said a stranger joined Willard during the shooting.

    Ο άποικος που έφερε το πτώμα στην πόλη, είπε ότι ένας ξένος βοήθησε τον Γουίλαρντ στο πιστολίδι.

  • διακανονιστής

    noun masculine

    someone who decides something, such as a dispute

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαπυκτικόν
    • μέτοικος
    • Έποικος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " settler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Settler
+ Προσθήκη

"Settler" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Settler στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "settler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη