Μετάφραση του "shared" σε Ελληνικά
Το κοινόχρηστος είναι η μετάφραση του "shared" σε Ελληνικά.
shared
adjective
verb
γραμματική
Used by multiple entities or for multiple purposes or in multiple ways. [..]
-
κοινόχρηστος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shared " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Shared
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Shared" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Shared στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "shared" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίμορτη αγροληψία · επίμορτη καλλιέργεια
-
Μετοχή · έχω το ίδιο · αναδημοσιεύω · ανταλλάσσω · αφηγούμαι · διαδίδω · διαμοιράζω · καταθέτω · καταμερίζω · κατανέμω · κοινή χρήση · κοινοποιώ · μέρος · μερίδα · μερίδιο · μετέχω · μεταδίδω · μετοχή · μοιράζομαι · μοιράζω · μοιρασιά · παρουσιάζω · συζητώ · συμμερίζομαι · συμμερίχομαι · συμμετέχω · συντάσσομαι · υνί
-
Πρωτόκολλο μεριζόμενης ασύρματης πρόσβασης
-
Οδηγός κοινής χρήσης φακέλου τομέα
-
εταιρικό κεφάλαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη