Μετάφραση του "shareware" σε Ελληνικά

Οι λογισμικό ελεύθερης αντιγραφής, λογισμικό με άδεια δοκιμής, μεριζόμενο λογισμικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shareware" σε Ελληνικά.

shareware noun γραμματική

(computing) A type of software that is distributed without payment but is limited in any combination of functionality, availability, or convenience. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογισμικό ελεύθερης αντιγραφής

    noun
  • λογισμικό με άδεια δοκιμής

    Copyrighted software that is distributed on a try-before-you-buy basis. Users who want to continue using the program after the trial period are encouraged to send a payment to the program’s author.

  • μεριζόμενο λογισμικό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shareware " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shareware" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη