Μετάφραση του "sharing" σε Ελληνικά

Οι μοίρασμα, μοιρασιά, διαχωρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sharing" σε Ελληνικά.

sharing noun adjective verb γραμματική

Present participle of share. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοίρασμα

    noun

    However, this ‘cake sharing’ explanation does not appear entirely convincing.

    Εντούτοις, η εξήγηση που στηρίζεται στο «μοίρασμα της πίτας» δεν είναι εντελώς πειστική.

  • μοιρασιά

    noun feminine

    And then we were sharing some six or seven fresh men set upon us.

    Τότε καθώς κάναμε την μοιρασιά κάπου έξι ή εφτά νεοφερμένοι άνδρες μας επιτέθηκαν.

  • διαχωρισμός

    noun

    Their respective shares should be clearly indicated, as is the case for all other modes.

    Είναι επιθυμητός ο σαφής διαχωρισμός της ποσόστωσης επιχορηγήσεων σ`αυτό όπως και σε όλα τα υπόλοιπα μεταφορικά μέσα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταμερισμός
    • χωρισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sharing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sharing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επίμορτη αγροληψία · επίμορτη καλλιέργεια
  • Μετοχή · έχω το ίδιο · αναδημοσιεύω · ανταλλάσσω · αφηγούμαι · διαδίδω · διαμοιράζω · καταθέτω · καταμερίζω · κατανέμω · κοινή χρήση · κοινοποιώ · μέρος · μερίδα · μερίδιο · μετέχω · μεταδίδω · μετοχή · μοιράζομαι · μοιράζω · μοιρασιά · παρουσιάζω · συζητώ · συμμερίζομαι · συμμερίχομαι · συμμετέχω · συντάσσομαι · υνί
  • Πρωτόκολλο μεριζόμενης ασύρματης πρόσβασης
  • Οδηγός κοινής χρήσης φακέλου τομέα
  • εταιρικό κεφάλαιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sharing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη