Μετάφραση του "shell out" σε Ελληνικά
Οι διανέμω, μοιράζω, πληρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shell out" σε Ελληνικά.
shell out
verb
γραμματική
(idiomatic) To pay money, to disburse ; especially, to pay a great deal of money. [..]
-
διανέμω
verb -
μοιράζω
verb -
πληρώνω
verbMy cousin shelled out two grand for a pomegranate enema.
Η ξαδέρφη μου πλήρωσε δύο χιλιάρικα για κλύσμα από ρόδι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shell out " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη