Μετάφραση του "shellac" σε Ελληνικά
Οι γομαλάκα, βερνικώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shellac" σε Ελληνικά.
shellac
verb
noun
γραμματική
A processed secretion of the lac insect, Coccus lacca; used in polishes, varnishes etc. [..]
-
γομαλάκα
shellac
Shellac with a faint scent of... lard.
Γομαλάκα με μυρωδιά από... λαρδί.
-
βερνικώνω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shellac " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "shellac"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη