Μετάφραση του "shoe" σε Ελληνικά

Οι παπούτσι, υπόδημα, πέδιλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shoe" σε Ελληνικά.

shoe verb noun γραμματική

A piece of metal designed to be attached to a horse's foot as a means of protection; a horseshoe. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παπούτσι

    noun neuter

    protective covering for the foot [..]

    I told Tom to take off his shoes.

    Είπα στον Τομ να βγάλει τα παπούτσια του.

  • υπόδημα

    noun neuter

    protective covering for the foot

    I demand that all tariffs on imported shoes be lifted.

    Απαιτώ την κατάργηση των φόρων στο ξένο υπόδημα.

  • πέδιλο

    noun neuter

    something resembling a shoe (e.g. brake shoe)

    Do you want to tell me why you left your shoe behind?

    Γιατί έφυγες χωρίς το πέδιλο;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πεταλώνω
    • πέταλο
    • Παπούτσι
    • καλιγώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shoe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Shoe

ISO 639-6 entity

+ Προσθήκη

"Shoe" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Shoe στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "shoe"

Φράσεις παρόμοιες με "shoe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shoe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη