Μετάφραση του "shoeless" σε Ελληνικά

Οι ξυπόλυτος, ανυπόδητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shoeless" σε Ελληνικά.

shoeless adjective γραμματική

Without shoes [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυπόλυτος

    adjective

    Looks like our Shoeless Joe is a shoeless John Doe.

    Ο ξυπόλυτος φίλος μας είναι ένας ξυπόλητος άγνωστος.

  • ανυπόδητος

    adverb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shoeless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shoeless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη