Μετάφραση του "shoer" σε Ελληνικά

Το πεταλωτής είναι η μετάφραση του "shoer" σε Ελληνικά.

shoer noun γραμματική

One who fits shoes to the feet.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεταλωτής

    noun masculine

    Fastest shoer in the West.

    Ο πιο γρήγορος πεταλωτής της Δύσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shoer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shoer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη