Μετάφραση του "shoplifting" σε Ελληνικά

Οι κλοπή, κλοπή σε κατάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shoplifting" σε Ελληνικά.

shoplifting noun verb γραμματική

Action of the verb to shoplift. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλοπή

    noun feminine

    I think this was around the time you were arrested for shoplifting.

    Νομίζω πως ήταν την περίοδο που συνελήφθηκες για κλοπή ρούχων.

  • κλοπή σε κατάστημα

    noun

    She was arrested for shoplifting in Vancouver in 2008.

    Συνελλήφθη για κλοπή σε κατάστημα στο Βανκούβερ το 2008.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shoplifting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "shoplifting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ποντικός καταστημάτων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shoplifting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη