Μετάφραση του "shopper" σε Ελληνικά
Οι αγοραστής, εμπορικός κατάσκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shopper" σε Ελληνικά.
shopper
noun
γραμματική
A person who shops. [..]
-
αγοραστής
noun adjectiveHe uses the guise of being an Internet shopper to gain access into their home.
Προσποιείται πως είναι αγοραστής μέσω διαδικτύου, για να κερδίσει πρόσβαση στα σπίτια τους.
-
εμπορικός κατάσκοπος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shopper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "shopper"
Φράσεις παρόμοιες με "shopper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγοραστικό κοινό · καταναλωτές · πελατειακό κοινό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη