Μετάφραση του "shorten" σε Ελληνικά

Οι συντομεύω, κονταίνω, μικραίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shorten" σε Ελληνικά.

shorten verb γραμματική

(transitive) To make shorter; to abbreviate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντομεύω

    verb

    However, in urgent and duly justified cases this period may be shortened.

    Εντούτοις, το διάστημα αυτό θα πρέπει να μπορεί να συντομεύεται σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

  • κονταίνω

    verb
  • μικραίνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντομέυω
    • βραχύνω
    • λιγοστεύω
    • συμπτύσσω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shorten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Shorten
+ Προσθήκη

"Shorten" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Shorten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "shorten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κόντεμα · μαγειρικό λίπος · σύμπτυξη
  • κόντεμα · μαγειρικό λίπος · σύμπτυξη
  • κόντεμα · μαγειρικό λίπος · σύμπτυξη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shorten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη