Μετάφραση του "shorted" σε Ελληνικά
Το βραχυκυκλωμένο είναι η μετάφραση του "shorted" σε Ελληνικά.
shorted
verb
Simple past tense and past participle of short. [..]
-
βραχυκυκλωμένο
Our electrical cohort appears to have shorted a circuit.
Η ηλεκτρική ομάδα μας φαίνεται πως έχει βραχυκυκλωμένο κύκλωμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shorted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "shorted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βαλτόμπουφος
-
Βερμούδα
-
Ανοιχτή πώληση · ανεπαρκής · βραχυκύκλωμα · βραχύς · ελλιπής · κοντός · μικρός · μικρόσ · ολιγόχρονος · σορτς · σορτσάκι · σύντομος
-
κτ δεν απέχει πολύ από κτ άλλο
-
κλήρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη