Μετάφραση του "simplicity" σε Ελληνικά

Οι απλότητα, απλοϊκότητα, αφέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "simplicity" σε Ελληνικά.

simplicity noun γραμματική

The quality or state of being simple, unmixed, or uncompounded; as, the simplicity of metals or of earths. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απλότητα

    Noun feminine

    freedom from complication; efficiency [..]

    Simplicity is the key.

    Η απλότητα είναι το κλειδί.

  • απλοϊκότητα

    Noun feminine

    weakness of intellect; silliness; folly [..]

    The genius of my plan is in its simplicity.

    Η ευφυΐα των σχεδίων μου, είναι η απλοϊκότητα τους.

  • αφέλεια

    noun feminine

    artlessness of mind; freedom from cunning or duplicity; lack of acuteness and sagacity

    Becca was a persona that I created for my graduate thesis this year on the simplicity of men.

    Η Μπέκα ήταν μια υποθετική περσόνα της διπλωματικής μου εργασίας φέτος... με θέμα την ανδρική αφέλεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λιτότητα
    • Απλότητα
    • ευκολία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " simplicity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "simplicity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη