Μετάφραση του "simplification" σε Ελληνικά

Οι απλούστευση, απλοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "simplification" σε Ελληνικά.

simplification noun γραμματική

the act of simplifying or something that has been simplified [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απλούστευση

    noun feminine

    act of simplifying

    I attach considerable significance to the simplification and ordering of Community law.

    Δίνω μεγάλη σημασία στην απλούστευση και την τακτοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας.

  • απλοποίηση

    Noun feminine

    act of simplifying

    In addition, simplification should apply not just to customs procedures, but also to future trading arrangements.

    Επιπλέον, η απλοποίηση θα πρέπει να ισχύσει όχι μόνο στις τελωνειακές διαδικασίες, αλλά και σε μελλοντικά εμπορικά καθεστώτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " simplification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "simplification" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "simplification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη