Μετάφραση του "singular" σε Ελληνικά
Οι ενικός, μοναδικός, ασυνήθιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "singular" σε Ελληνικά.
singular
adjective
noun
γραμματική
Being only one of a larger population. [..]
-
ενικός
noun adjective masculineγραμματικός αριθμός
The three numbers in Hebrew are singular, plural, and dual.
Οι τρεις αριθμοί της εβραϊκής είναι ο ενικός, ο πληθυντικός και ο δυϊκός.
-
μοναδικός
adjective masculineHer power over men is said to be of a singular quality.
Λέγεται ότι η επιρροή που ασκεί στους άντρες είναι μοναδική.
-
ασυνήθιστος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενικός αριθμός
- αριθμός
- αλλόκοτος
- εσύ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " singular " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Singular
-
Ασυνήθης, μοναδικός
Εικόνες με "singular"
Φράσεις παρόμοιες με "singular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαθηματική μοναδικότητα
-
ανωμαλία · απειροπλήμνη · ιδιομορφία · ιδιορρυθμία · κεντροσυμπαγίωση · μοναδικότητα · μοναδικότητα, ιδιομορφία · μονοσημία · μονοσημειακότητα · πλημνοσημείο
-
ξεχωρίζω
-
Βαρυτική μοναδικότητα
-
ενικός αριθμός
-
Τεχνολογική μοναδικότητα
-
ενικός αριθμός
-
αριθμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη