Μετάφραση του "singularity" σε Ελληνικά
Οι ανωμαλία, ιδιομορφία, μοναδικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "singularity" σε Ελληνικά.
singularity
noun
γραμματική
the state of being singular, distinct, peculiar, uncommon or unusual [..]
-
ανωμαλία
noun femininephysics: point of infinite density [..]
The singularity won't stop, not even after the Earth is gone.
Μια ανωμαλία δεν θα σταματήσει, ακόμα κι αν η Γη καταστραφεί.
-
ιδιομορφία
noun femininepeculiar state or occurrence
The purpose of this machine is to generate a singularity.
Σκοπός της μηχανής είναι να δημιουργήσει μια ιδιομορφία.
-
μοναδικότητα
noun feminineA singularity is a star that's collapsed in on itself.
Η μοναδικότητα είναι ένα αστέρι που καταρρέει μέσα στον εαυτό του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μονοσημία
- απειροπλήμνη
- κεντροσυμπαγίωση
- μονοσημειακότητα
- πλημνοσημείο
- ιδιορρυθμία
- μοναδικότητα, ιδιομορφία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " singularity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "singularity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαθηματική μοναδικότητα
-
αλλόκοτος · αριθμός · ασυνήθιστος · ενικός · ενικός αριθμός · εσύ · μοναδικός
-
ξεχωρίζω
-
Βαρυτική μοναδικότητα
-
ενικός αριθμός
-
Τεχνολογική μοναδικότητα
-
ενικός αριθμός
-
αριθμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη