Μετάφραση του "sinless" σε Ελληνικά

Οι αναμάρτητος, αθώος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sinless" σε Ελληνικά.

sinless adjective γραμματική

Without sin; never having sinned. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναμάρτητος

    noun

    I am overwhelmed with profound gratitude for what the sinless Son did for all mankind and for me.

    Κατακλύζομαι από βαθιά ευγνωμοσύνη για αυτό που έκανε ο αναμάρτητος Υιός για ολόκληρη την ανθρωπότητα και για εμένα.

  • αθώος

    adjective

    without sin

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sinless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sinless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη