Μετάφραση του "sinning" σε Ελληνικά
Οι αμάρτημα, αμαρτία, κρίμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sinning" σε Ελληνικά.
sinning
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of sin. [..]
-
αμάρτημα
nounIn our obsession with original sin, we do often forget original innocence.
Μέσα στην εμμονή μας με το πρωταρχικό αμάρτημα, συχνά ξεχνάμε την πρωταρχική αθωότητα.
-
αμαρτία
noun feminineWhen you stay clean from sin, you will be so much happier and you will be blessed.
Όταν παραμένετε καθαροί από αμαρτία, θα είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι και θα ευλογηθείτε.
-
κρίμα
nounI'm afraid of taking a sin upon my soul.
Φοβάμαι να πάρω το κρίμα στους ώμους μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sinning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sinning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αμαρτία και ακολασία
-
μισώ σαν αμαρτία
-
Πανάθεμα με
-
Σου-Σιν
-
αμαρτωλότητα
-
νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν
-
Ιμπί-Σιν
-
δε ζήτησες ολοκαυτώματα ούτε θυσίες εξιλέωσης.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη