Μετάφραση του "skillfulness" σε Ελληνικά
Οι επιτηδειότητα, επιδεξιότητα, ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skillfulness" σε Ελληνικά.
skillfulness
noun
γραμματική
The state or quality of being adept or skillful. [..]
-
επιτηδειότητα
noun feminine -
επιδεξιότητα
noun feminineThis is a bit difficult, but with my skill and your spirit, we'll win!
Αυτό είναι λίγο δύσκολο, αλλά με επιδεξιότητα μου και το πνεύμα σας, εμείς θα κερδίσουμε!
-
ικανότητα
noun feminineWell, research skills are a kind of superpower.
Η ικανότητα στην αναζήτηση, είναι ένα είδος υπερδύναμης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skillfulness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "skillfulness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδικευμένος χειριστής
-
γνώση · δεξιοτεχνία · δεξιότητα · ειδικότητα · επιδεξιότητα · επιτηδειότητα · ικανότητα · καταλληλότητα · προσόν
-
βασικές δεξιότητες
-
κομβικές δεξιότητες
-
δεξιότητες αυτοϋπεράσπισης · δεξιότητες υπεράσπισης
-
σύνολο προσόντων
-
τεχνική της σύνταξης
-
Λεπτή κινητική δεξιότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη