Μετάφραση του "sledge" σε Ελληνικά

Οι έλκηθρο, βαριά, κινούμαι με έλκηθρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sledge" σε Ελληνικά.

sledge verb noun γραμματική

(or sledgehammer) a heavy, long handled maul or hammer used to drive stakes, wedges, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλκηθρο

    noun neuter

    sleigh or sled

    Why don't you just go with an empty sledge if you're so afraid of hard work!

    Γιατί δεν πας απλά με άδειο έλκηθρο αν φοβάσαι τη σκληρή δουλειά!

  • βαριά

    noun

    He wants me to set up a practice station for the sledge.

    Θέλει να εξασκηθώ στη βαριά.

  • κινούμαι με έλκηθρο

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sledge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sledge"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sledge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη