Μετάφραση του "sloping" σε Ελληνικά

Το κεκλιμένος είναι η μετάφραση του "sloping" σε Ελληνικά.

sloping adjective noun verb γραμματική

That has or have a slope. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεκλιμένος

    These sloping sections must have a non-slip surface.

    Παρόμοια κεκλιμένα τμήματα θα πρέπει να διαθέτουν αντιολισθητική επιφάνεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sloping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sloping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sloping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη